28210 20015

Καταρράκτης

Τι είναι ο καταρράκτης;

Ο καταρράκτης είναι η θόλωση του φυσικού φακού του ματιού.

Ο φυσικός φακός του ματιού βρίσκεται πίσω από την ίριδα, έχει το μέγεθος φακής και φυσιολογικά είναι διαυγής.

  • Δεν προλαμβάνεται, ούτε θεραπεύεται με φάρμακα.
  • Είναι μια πολύ συνηθισμένη πάθηση και συνήθως παρουσιάζεται με την πάροδο της ηλικίας.
  • Μερικές φορές μπορεί να προκληθεί από τραυματισμό, ορισμένες παθήσεις (π.χ. διαβήτη, φλεγμονές του ματιού κ.τ.λ) ή φάρμακα όπως η χρόνια χρήση κορτιζόνης ή η έκθεση σε ακτινοβολίες.

Σε ποια ηλικία εμφανίζεται  ο καταρράκτης;

Συνήθως μετά τα 50 έτη της ηλικίας, αλλά σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί και ένα παιδί να γεννηθεί με καταρράκτη (συγγενής καταρράκτης) ή να τον εμφανίσει μετά από ένα χτύπημα (μετατραυματικός καταρράκτης).​

Ποια είναι τα συμπτώματα του καταρράκτη;

  • Θάμπωμα με προοδευτική μείωση της όρασης για μακριά ή για κοντά. Η όραση γίνεται ολοένα και λιγότερο σαφής.
  • Λάμψεις και αντανακλάσεις γύρω από ορισμένα αντικείμενα.
  • Εξασθενημένη αντίληψη χρωμάτων, εξασθένιση της ζωηρότητας των χρωμάτων.
  • Έντονη ενόχληση στον ήλιο.
  • Απουσία πόνου.

Όλα αυτά τα συμπτώματα μπορούν να επηρεάσουν τις καθημερινές δραστηριότητες όπως:

  • Οδήγηση, ειδικά το βράδυ ή σε πολύ δυνατό φως.
  • Διάβασμα ή παρακολούθηση τηλεόρασης.
  • Ράψιμο ή άλλες ασχολίες που απαιτούν λεπτομερή παρατήρηση των αντικειμένων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, σε μερικά είδη καταρράκτη ο ασθενής μπορεί και βλέπει κοντά, επανέρχεται δηλαδή η κοντινή όραση (μπορεί και διαβάζει χωρίς γυαλιά), δεν βλέπει όμως καλά μακριά χωρίς γυαλιά!!

Περιεχόμενα

Πότε πρέπει να χειρουργείται ο καταρράκτης;

Παλιότερα περιμέναμε να “ωριμάσει” πολύ ο καταρράκτης πριν τον αφαιρέσουμε λόγω της τεχνικής που χρησιμοποιούσαμε τότε.

Τώρα πια, με τη νέα μέθοδο αφαίρεσης του καταρράκτη με φακοθρυψία (υπερήχους ή λέιζερ, όπως το ονομάζουν πολλοί) η ωρίμανση του καταρράκτη δεν είναι απαραίτητη. Αντιθέτως, μπορεί να ενοχλήσει και να επιβαρύνει το χειρουργείο, όσο και την αποθεραπεία του ασθενή.

Ένας σκληρός καταρράκτης είναι πιο δύσκολο να αφαιρεθεί μέσω μιας μικρής τομής που χρησιμοποιούμε σήμερα με αυτή την τεχνική και επίσης είναι δύσκολο να αναρροφηθεί από το ειδικό μηχάνημα της φακοθρυψίας.

Η επέμβαση μπορεί να αποφασιστεί, όταν ο καταρράκτης αρχίζει να προκαλεί τέτοια ενόχληση στην ποιότητα της όρασης, με συνέπεια τη δημιουργία προβλημάτων στις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου (ασφαλής οδήγηση αυτοκινήτου, ανάγνωση, τηλεόραση).

Σε μερικές προχωρημένες περιπτώσεις, η αφαίρεση του καταρράκτη μπορεί να επείγει, όπως για παράδειγμα σε περίπτωση που η αύξηση του καταρράκτη προκαλεί αύξηση στην ενδοφθάλμια πίεση.

Συνήθως, από την αρχή εμφάνισης του καταρράκτη συστήνεται τακτική παρακολούθηση, μέχρι να παρθεί η απόφαση για τη χειρουργική του αφαίρεση.

Η προεγχειρητική εξέταση των ματιών

Η εξέταση των ματιών πριν την επέμβαση γίνεται για να διαπιστωθεί η συνολική κατάσταση των ματιών, το είδος του καταρράκτη καθώς και για να γίνουν οι απαραίτητες μετρήσεις που θα μας υποδείξουν τον σωστό φακό που θα μπει μέσα στο μάτι.

Η λεπτομερής οφθαλμολογική εξέταση περιλαμβάνει μετρήσεις της όρασης και της καμπυλότητας του κερατοειδούς, μέτρηση της πίεσης του ματιού και έλεγχο της υγείας του βυθού.

Επίσης, με την βοήθεια υπερήχων μετρούμε το μήκος του ματιού και υπολογίζουμε την δύναμη του φακού που θα τοποθετήσουμε κατά την επέμβαση (βιομετρία).

Πώς γίνεται η επέμβαση;

Στις μέρες μας ο καταρράκτης αφαιρείται με την τεχνική της φακοθρυψίας. Μέσα από μια μικρή τομή 2,0-2,5 χιλ. και με την βοήθεια υπερήχων που θρυμματίζουν και απορροφούν συγχρόνως τον φακό γίνεται η αφαίρεση του καταρράκτη. Στο τέλος, τοποθετείται ένας τεχνητός ενδοφθάλμιος φακός, ο οποίος είναι μόνιμος. Η επέμβαση τελειώνει χωρίς να χρειάζονται ράμματα. H όραση ανακτάται πιο γρήγορα με την συγκεκριμένη τεχνική.​Τώρα πια δεν είναι απαραίτητη η παραμονή στο νοσοκομείο. Ο ασθενής επιστρέφει στο σπίτι του αμέσως μετά την επέμβαση, η δε επάνοδος στις καθημερινές δραστηριότητες γίνεται από την επόμενη κιόλας μέρα.

Ο ασθενής αρχίζει να βλέπει ήδη καλύτερα μετά την επέμβαση και με την πάροδο των ημερών η όραση καλυτερεύει. Η εγχείρηση γίνεται  μόνο με σταγόνες ή  με τοπική αναισθησία.Ο φακός ο οποίος τοποθετείται μέσα στο μάτι, έχει την ικανότητα να διορθώσει την μυωπία ή την υπερμετρωπία αν υπήρχε πριν την επέμβαση, με συνέπεια να μην χρειάζονται συνήθως γυαλιά μετά την επέμβαση. Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών χρειάζεται μια μικρή διόρθωση με γυαλιά για ορισμένες δραστηριότητες (οδήγηση, τηλεόραση). Η προσέγγιση στην μετεγχειρητική διόρθωση συζητείται με τον χειρουργό με σκοπό να καλυφθούν οι απαιτήσεις και οι ανάγκες του ασθενούς.

Υπάρχουν επιπλοκές κατά την επέμβαση;

Οι επιπλοκές δεν είναι συχνές, αλλά πιθανές όπως και σε κάθε επέμβαση.​ Αυτές μπορεί να είναι μια ρήξη της μεμβράνης που τοποθετούμε τον φακό.

Συνήθως δεν επιφέρει ιδιαίτερα προβλήματα εφόσον αντιμετωπιστεί σωστά.​Αλλη επιπλοκή είναι ένας μετεγχειριτικός αστιγματισμός, που προκαλεί μια μικρή παραμόρφωση των αντικειμένων και μη καθαρή όραση.

Μπορεί να οφείλεται στην επούλωση της τομής. Η πιθανότητα εμφάνισής αστιγματισμού είναι μικρότερη με τη μέθοδο της φακοθρυψίας και με τη μη χρήση ραμμάτων.​

Συνήθως είναι αντιμετωπίσιμη και υποχωρεί, αν όχι διορθώνεται με γυαλιά ή με μια μικρή χειρουργική επέμβαση.​Η χειρότερη και πιο ανησυχητική επιπλοκή, με κίνδυνο απώλειας της όρασης είναι μια μόλυνση (ενδοφθαλμίτιδα) η οποία είναι και η σπανιότερη.​

Αντιμετωπίζεται υπερεπειγόντως με αντιβιοτικά τοπικά και συστηματικά και σε μερικές περιπτώσεις χρειάζεται επέμβαση (υαλοειδεκτομή) για να καθαριστεί πλήρως το μάτι από την μόλυνση.​

Πρέπει να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι τα ποσοστά μολύνσεων σε σύγκριση με τα πολύ μεγάλα νούμερα επεμβάσεων για καταρράκτη είναι πολύ μικρά.​

Για την αποφυγή της το χειρουργείο γίνεται πάντα με άριστες συνθήκες αντισηψίας και είναι απαραίτητη η σωστή χρήση των κολλυρίων και η πιστή τήρηση των οδηγιών που θα δοθούν από τον οφθαλμίατρο για την μετεγχειρητική περίοδο.

Την ημέρα της επέμβασης

Συνιστάται πάντα ο ασθενής να συνοδεύεται από κάποιον συγγενή ο οποίος και θα τον μεταφέρει από και προς την κλινική. Ο χρόνος παραμονής στην κλινική θα είναι 2-3 ώρες, λόγω της προεγχειρητικής προετοιμασίας. Πριν από την επέμβαση θα γίνουν γενικές εξετάσεις αίματος και καρδιογράφημα.​Το προηγούμενο βράδυ θα πρέπει ο ασθενής να γευματίσει ελαφρά, ενώ το πρωινό της επέμβασης καλό είναι να μην φάει τίποτα. Τα συνήθη φάρμακα που παίρνει (για την πίεση, καρδιά, σάκχαρο) είναι απαραίτητο να τα πάρει κανονικά, εκτός από ασπιρίνη.

Μετά την επέμβαση

Ο ασθενής παραμένει στην ανάρρωση για πολύ λίγο και φεύγει όταν ο ίδιος αισθανθεί καλά. Ο χειρουργός οφθαλμίατρος θα χορηγήσει τα κατάλληλα κολλύρια, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στο σπίτι μετά την επέμβαση και θα δώσει τις κατάλληλες οδηγίες. Είναι σημαντικό μετά την επέμβαση ο ασθενής να μην τρίβει το μάτι και να μην μπει νερό στο μάτι για μια εβδομάδα. Καλό είναι να αποφεύγει επίσης να σηκώνει βάρη και να κάνει έντονη σημαντική άσκηση τις πρώτες 3-4 μέρες.

Πρόληψη - Συμβουλές

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες συμβουλές για πρόληψη που ν’ αφορούν τον καταρράκτη. Όταν υπάρχει ένδειξη, θα πρέπει να επεμβαίνουμε στο σωστό χρόνο, ώστε να αποφύγουμε τυχόν δυσκολίες που επιφέρει στο χειρουργείο ένας ώριμος καταρράκτης. Επειδή όμως, η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να συνδέεται με την παθογένεση του καταρράκτη, καλό είναι να προστατεύουμε τα μάτια μας από τον ήλιο, από μικρή ηλικία με τα κατάλληλα γυαλιά ηλίου, δηλ. εκείνα που απορροφούν τις βλαβερές υπεριώδεις και υψηλής ενέργειας ακτίνες του ήλιου. Τέλος, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η επέμβαση για την αφαίρεση του καταρράκτη είναι η πιο συχνή αλλά και η πιο επιτυχημένη χειρουργική επέμβαση σε όλο το χώρο της Ιατρικής Επιστήμης.

Η θόλωση του περιφακίου ή δευτερογενής 
καταρράκτης

Στην περίπτωση της θόλωσης της μεμβράνης (περιφάκιο) που αφήνουμε για να τοποθετηθεί ο ενδοφακός μετά την αφαίρεση του καταρράκτη, η όραση μπορεί να μειωθεί αρκετά και σταδιακά. Πρόκειται για τον λεγόμενο δευτερογενή καταρράκτη.

Σ’ αυτήν την περίπτωση, σπάμε ανώδυνα την μεμβράνη αυτή με τη βοήθεια ενός ειδικού λέιζερ και έτσι η όραση αποκαθίσταται. Η ιατρική αυτή πράξη γίνεται στο ιατρείο, είναι ανώδυνη και δεν χρειάζεται νοσηλεία.

Συμβαίνει ολοένα και πιο σπάνια λόγω των άριστων υλικών και φακών που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας!